|
Σαν βόδι μουγκρίζει, σαν φίδι σφυρίζει, σαν άλογο τρέχει, μα ποδάρια δεν έχει. Τέσσαρες στύλοι στη γη, δυο στον ουρανό και δυο καλά στα χέρια. Τι είναι; Αν με κυνήγι πάντα ζω, τουφέκι δε βασταίνω Φιλντισένιο περιβόλι, κελαηδεί γλυκό αηδόνι. Την ημέρα στολισμένο και τη νύχτα φορτωμένο; Έχω ένα βαρελάκι κι έχει δυο λογιών κρασάκι. Κολοκύθι επτάτρυπο, κάθε τρύπα κι όνομα. Τι είναι; Με τα χέρια τα σπέρνεις, με το στόμα τα θερίζεις. Απ' έξω γυαλιστερή, από μέσα μαλλιαρή, Εγώ είμαι γυμνή και τον κόσμο ντύνω. Όλους ταΐζει και δεν τρώει. Τι είναι; Έχω μια κόρη που τη φιλούνε όλοι. Βάλε με μες στο λαγήνι, να με πάρεις όπου θέλεις, Κρεάτινο σουβλί και σιδερένιο κρέας. ʼσπρος κάμπος, μαύρα γίδια. Ο πρόσωπον άσπρον, κι η καρδιά κρύον. Μια βαρκούλα φορτωμένη στη σπηλιά μπαίνει και βγαίνει. Τι είναι; Τα βουνά ασπρίσανε, τα μακριά κονταίνανε, οι μύλοι σταματήσανε, οι βρύσες ξεκινήσανε, οι τριάντα δυο φίλοι μ' αφήσανε και τα δυο γένηκαν τρία. Απ' τον κώλο την κρατάω και στο στόμα τη φιλάω. Πίσω απ' άσπρο φράχτη κόκκινο σκυλί γαβγίζει. Τι είν' αυτό που άλλοι το 'χουν μισό, άλλοι ολόκληρο κι άλλοι καθόλου; Πεντ' αδέρφια το αρπάζουν, τριάντα δυο σφυριά το σπάζουν, μια κοπέλα τ' αγκαλιάζει και στην Κω το κατεβάζει. Ένα σπίτι στρογγυλό, κι έχει νύφη και γαμπρό, πεθερά και πεθερό. Εκεί που είσαι ήμουν και 'δω που είμαι θα 'ρθεις. Το στρογγυλό μου στο σκιστό σου. Τα χείλη του στα χείλια μου, το χέρι του στο χέρι μου. Σε κήπο δε φυτεύεται, σε περιβόλι όχι, Χτυπώ χτυπώ, δίχως να σε πονώ, μ' αν πάψω να χτυπώ, χάθηκες στο λεπτό. Πάπλωμα παπλωματίζει, πέφτει κάτω και μουγκρίζει. Ο γαμπρός το βάζει κι η νύφη φωνάζει. Τι είναι; Λούσκεται και πλύσκεται, καμίαν 'κι στεγνούται. Όλο μέσα και το κεφάλι έξω. Σφυράει ο τσοπανάκος και μαζεύονται τα πρόβατα. Περνώ στεριές και θάλασσες, ρωτάω και απαντώ, κι όμως καθόλου δε μιλώ. Μια μητέρα φτερωτή κάνει παιδί αφτέρωτο και το αφτέρωτο παιδί γεννά μητέρα φτερωτή. Το σαλιάζω, το κορδώνω και στην τρύπα της το χώνω. Γούρνα μου πελεκητή, μαρμαρένια και χυτή, μαύρα τα ψαράκια σου με το κρύο σου ζουμί. Μακρύς μακρύς καλόγερος με τ' άντερα στον κώλο. ʼσχημος πατέρας, όμορφος ο γιος και τρελός ο εγγονός. Έχω είκοσι αδερφάκια όλα με τα σκουφάκια. Μακρύς μακρύς καλόγερος ποτέ σκιά δεν κάνει. Δεν είμαι φεγγάρι, δεν είμαι αστέρι, μα φέγγω με τον πισινό το καλοκαίρι. Έχω ένα σεντουκάκι κι έχει μέσα κάτι κάτι, σαν χαθεί το κάτι κάτι, τι το θές το σεντουκάκι; Μητέρα και κόρη το ίδιο όνομα έχουν, δέρνουν τη μητέρα κι αρμέγουνε την κόρη. Σου τη δείχνω και τρομάζεις, σου τη βάζω και πονάς, σου τη βγάζω κι έχει χύσει, κι όμως έχει ωφελήσει. Από μαύρη μάνα γεννιέται παιδί κόκκινο. Τι είναι; Τρικέφαλος, δεκάποδος, πενηνταδυονυχάτος. Αλωνίδα μαλλιαρή πίνει νερό, δεν κατουρεί. Δυο καλά στεκούμενα, δυο περιπατούμενα, δυο μοιάζουνε, μα δεν ταιριάζουνε. Σειρά σειρά παιδόπουλα φορούνε καλπακόπουλα. Ποια είναι εκείνη η μάνα που γεννάει τα παιδιά της και τα καταπίνει; Μια κοντούλα παχουλή πάντα κόκκινα φορεί, έχει πράσινα μαλλιά και σποράκια στην κοιλιά. Χωρίς να σε κόψω σε κάνω διπλό. Είναι ένα πράμα που το έχουν όλα τα πράματα. Τι είναι; Ποιο είναι εκείνο που κανένας δεν το τρώει και μόνο ένας το τρώει; Εκκλησία θολωτή ένας στύλος την κρατεί. ʼψυχο ψυχή δεν έχει, και στον ουρανό πηγαίνει. Σουβλωτό, μπιμπικωτό, σε θηλυκού τρύπα μπαίνει. Στο βουνό γεννήθηκα, στο βουνό αναθρέφθηκα, μαύρος αράπης έγινα, στη θάλασσα κατέβηκα. Είναι δυο κουβάρια, τ' έναν μαύρο και τ' άλλο άσπρο, κυλιούνται κυλιούνται και τ' έναν τ' άλλο πότέ δε φτάνουν. Το φίδι τρώει τη θάλασσα και η θάλασσα το φίδι και στου φιδιού την κεφαλή καράβι αρμενίζει. Έχω ένα εργανόπον και σκεπάζ όλεν την γην. Όταν πλυθώ, λερώνεται. Ίσιο είναι σαν κερί, κι η φωνή του βροντερή. Είναι ένα πραματάκι κι έχει στον κώλο τ' αγκαθάκι. Πράσινοι τοίχοι, κόκκινα τζάμια, μέσα χοροπηδούνε μαύρα αραπάκια. Από πάνω το τηγάνι κι από κάτω το μπαμπάκι κι από μπρος του το τσιμπίδι κι από πίσω το ψαλίδι. Από στραβό κλαδί κρέμεται κίτρινο φλουρί, το κρέας του δροσίζει, το αίμα του ζαλίζει. Ένα πράμα-πραματάκι μ' ένα ποδαράκι. Τι είναι; Τη βλέπω, με βλέπει, της μοιάζω, μου μοιάζει, της μιλάω, δε μιλάει. Έχω πέντε κεφαλές, τέσσαρες αναπνοές, χέρια-πόδια είκοσι και νύχια εκατό. Εγώ γι' αυτό σ' αγόρασα κι έδωσα τον παρά μου, Χιλιοτρύπητο λαγήνι που σταλιά νερό δε χύνει. Ποιο είν' εκείνο, που το βάζουμε στο τραπέζι, το κόβουμε, το μοιράζουμε, μα δεν το τρώμε; Θάλασσα είναι, νερό δεν έχει, βουνό είναι, χώμα δεν έχει, κάμπος είναι, χόρτα δεν έχει, πόλη είναι, σπίτια δεν έχει. Όταν βλέπω, δεν το βλέπω και το βλέπω, όταν δε βλέπω. Μ' αφαιρείς και μεγαλώνω, με προσθέτεις και μικραίνω. Ουρανός ατσάλι και γη πετάλι, γάτου ποδάρι και φιδιού κεφάλι. Εσύ τον βλέπεις πάντοτε, ο βασιλιάς σπανίως και ο Θεός ποτέ. Έναν πουλλίν χωρίς φτερά ψην κι έχ και πετά. Ντό να έν; Από τον άνθρωπο ψηλό κι από την κότα χαμηλό. Το τσιτσί βαστάει λιλί. Τρεις την βαστούν, όταν γεννά, μ' αλήθεια, πρώτα πίνει, Χίλιοι μύριοι κατεβαίνουν, και οι δυο τους απαντάνε και τ' όνομά τους αλλάζουν. Βάζω το χέρι στο βρακί, πιάνω το πράμα τι μακρύ και το βάζω σε μια τρύπα που 'χει από πάνω τρίχα. Ασπρη κότα ψοφημένη ζωντανά πουλιά πλακώνει. Σα φίδι σφυρίζει, σα βόδι μουγκρίζει, σαν άλογο τρέχει, και πόδια δεν έχει. Το 'χετε φάει όλοι σας, μπορώ να ορκισθώ, μα ούτε ώμο τρώγεται, ούτε ψητό, ούτε βραστό. Πέτρα με κώλο, μύτη με κώλο, δέκα τραβούνε, δυο κατουρούνε. Χέζει τρως και κάνει φως. Τι είναι εκείνο που το μαζεύουν οι πλούσιοι και το πετάν οι φτωχοί; Όλην μέραν μπουκωμένα και την νύχταν αδειασμένα. Είναι βαρύς σαν σίδερο, είναι γλυκός σα μέλι, μήτε με χέρι πιάνεται, μήτε στην τσέπη μπαίνει. Από μητέρα κόκκινη μαύρο παιδί γεννιέται. Κόκκινο σπίτι, κόκκινη η νοικοκυρά, άσπρες δούλες που κάνουν τη δουλειά. Σαν πεταλούδα έρχεται, σαν άνθος κατεβαίνει Έχω κάτι που πόδια δεν έχει, και περπατά, φτερά έχει, και όμως δεν πετά. Τι είναι; Πολύχρωμα, γυαλιστερά, εξήντα δόντια μυτερά, ίσως και παραπάνω, Ψηλός ψηλός καλόγερος και κόκαλα δεν έχει. ʼσπρη μπαίνει, κόκκινη βγαίνει.
Χίλιοι μύριοι καλόγεροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι. Σου τη δείχνω και φοβάσαι, σου τη βάζω και πονάς. Τι ζούσε στην προϊστορία, έτρωγε μπανάνες, είχε χαυλιόδοντες, προβοσκίδα, και πηδούσε από δέντρο σε δέντρο; Όταν το θάβουν ζωντανεύει. Έχω το χρώμα της ελπίδας, Είναι το πιο καλό δέντρο. Σφυρίζει, βουίζει, βογκάει, τρίζει, τον ακούς μα δεν τον βλέπεις. Κάποιος μας το δίνει Είναι εκείνο που δε χρησιμεύει καθόλου, και όμως δεν μπορείς να πας πουθενά χωρίς αυτό. Ένας στραβός, ένας κουλοχέρης, κι ένας γυμνός περπατούσαν στο δρόμο. Ο στραβός είδε το ψάρι, ο κουλοχέρης το 'πιασε, κι ο γυμνός τ' έβαλε στην τσέπη του. Μπορείς να τη δεις το χειμώνα, αλλά δεν μπορείς να τη δεις το Καλοκαίρι. Περπατάει με τρία πόδια και βλέπει με τέσσερα μάτια. Είναι το μόνο πράγμα που σπάζει όταν προφέρεται το όνομά του. Δειλός πολυκυνήγητος Όλη μέρα πεθαμένο και το βράδυ αναστημένο. Τον έναν άνθρωπο, τον κάνει δυο. Σαν σαΐτα ελαφρός Έχουν 10 δάχτυλα και πόδι ούτε ένα. Μόλις μπαίνουν στο σπίτι τους, βγάζουν τα κεφάλια τους έξω απ' τα παράθυρα. Τ' ακούει όλα, αλλά δεν μπορεί να πει τίποτε. Νερό με γεννά, ήλιος με θρέφει, βασιλιάδες, άρχοντες με τιμούν, αλλά σαν δω τη μάνα μου, πέφτω και πεθαίνω. Η κεφαλή του στο βουνό, κι η ουρά του στο γιαλό. Έχω τρία βόδια: το ένα τρώει και ποτέ δε χορταίνει. Όσο μεγαλώνει τόσο λιγότερο το βλέπουμε. Δεν έχω ούτε σώμα, ούτε ψυχή. Θα είναι αύριο, και ήταν χθες. Μπαίνει μες από το τζάμι, χωρίς να το σπάει. Μακρύς μακρύς καλόγερος, ποτέ σκιά δεν κάνει. Εκκλησιά θολωτή, μια κολώνα την κρατεί. Ανεβαίνει, κατεβαίνει, κι ο γιατρός μας μπαίνει βγαίνει. Ήλιος δεν είναι, ακτίνες έχει, Έχει πόλεις χωρίς σπίτια, έχει δάση χωρίς δέντρα, έχει ποτάμια χωρίς ψάρια. Γερανοί πετούσαν, τι πολλοί που ήταν: Τετράποδο ποδοπατώ, αλλ' όμως δεν κινούμαι. Περί εμέν πολλοί γελούν, αναγινώσκουν, ομιλούν, ουδέ καταλαμβάνω. Τεντωμένη την βάζεις, μαραμένη την βγάζεις. Ασπρο, άσπρο σαν τυρί, Ψηλός λιγνός καλόγερος μα κόκαλα δεν έχει. Αρνάκι μου το κόκκινο Ασπρη με βάζουν στη φωτιά Γύρω-γύρω θάλασσα Δυο αδελφάκια αγκαλιασμένα Δυο κερνούν και ένας πίνει. Δυο σειρές μαργαριτάρια Είμαι, είμαι, μα τι είμαι Ένα πουλί πετούμενο, Ένα πουλί χωρίς φτερά Έχει ξάδερφο τον σκύλο Η θάλασσα το εχει, Όλα τα σβήνει το νερό, Πέντε αδέλφια το αρπάζουν Πίσω από φράχτη κάτασπρο Τι είναι αυτό που στη ζωή Φύλλα κρατάει μα δέντρο δεν είναι, Κάθεται χοντρούλα Ξένια Δε γαβγίζει, δε δαγκώνει Χωρίς φωνή, χωρίς κορμί, Πλοίο μπρος και πίσω πάει Χωρίς πόδια, χωρίς χέρια Όποιοι έρχονται και πάνε, Αν απλώνεις εκεί χέρια, Πέντε αδέλφια μαζί γεννιούνται, |
